22 Ιανουαρίου, 2011

Ηράκλειτος: ο φιλόσοφος της αέναης κίνησης και μεταβολής

Ηράκλειτος
Ο αινιγματικός Ηράκλειτος από την αρχαιότητα κιόλας είχε κερδίσει το τίτλο ο "σκοτεινός" και "αινικτής". Τη φιλοσοφία του τη διατύπωσε στο σύγγραμμά του "Περί φύσεως", χωρίς ακριβείς αποδείξεις, με χτυπητούς αφορισμούς, σύντομους, που να μοιάζουν σαν χρησμοί. Για το ύφος του αυτό τον ονόμασαν "σκοτεινό". Οι αρχαίοι τον θεωρούσαν από τους πιο βαθυστόχαστους φιλοσόφους στην εποχή του, αλλά και σήμερα τον κατατάσσουν, μαζί με το Δημόκριτο, στους προδρόμους των σύγχρονων φυσικών επιστημών.

Αν και οι ακριβείς χρονολογίες της ζωής του είναι άγνωστες – θα πρέπει να άκμασε στο μεταίχμιο των αιώνων 6ου και 5ου π.Χ. – η θέση του στην ιστορία της φιλοσοφίας έχει σαφώς καθοριστεί από το γεγονός ότι άσκησε επώνυμη κριτική στον Πυθαγόρα και από το ότι ο Παρμενίδης τον υπαινίσσεται με τρόπο αρκετά σαφή. Είναι ο διασημότερος και βαθύτερος από τους μεγάλους προσωκρατικούς φιλοσόφους.

Τα πάντα ρει και ουδέν μένει

Αν τον θεωρούμε δυσνόητο, τούτο οφείλεται όχι μόνο στο ότι διαθέτουμε λίγα μόνο αποσπάσματα απ’ ό,τι πράγματι έγραψε. Ήταν σαφώς πνεύμα αλαζονικό και υπεροπτικό και του άρεσε να εξαπολύει μεμονωμένα ρητά που θύμιζαν χρησμούς, παρά να αναπτύσσει μια υπομονετική και συνεχή σειρά επιχειρημάτων. Η μέθοδος με την οποία επικοινωνούσε με τους άλλους έμοιαζε με του Δελφικού μαντείου, το οποίο, όπως έλεγε, "ούτε λέγει, ούτε κρύπτει, άλλά σημαίνει".

Η ασάφεια αυτή των λόγων του ίσως να οφείλεται στο γεγονός πως το βιβλίο του γρά­φτηκε στην ιωνική διάλεκτο, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται, όπως το είχε επισημάνει ήδη ο Αριστοτέλης, πολυάριθμα γραμματικά ζητήμα­τα. Πολλοί είναι, ωστόσο, αυτοί που ισχυρίζονται πως το σκοτεινό ύφος του Ηράκλειτου ήταν ηθελημένο, καθώς κι ότι ο Εφέσιος πρέπει να κατέφυγε στον ερμητισμό, ώστε να είναι καταληπτός μόνο από έναν περιορι­σμένο αριθμό μυημένων ο ίδιος ο Σωκράτης άλλωστε ομολογούσε πως, για να διαβάσει τέτοιο βιβλίο δίχως να πνιγεί μέσα του, θα χρειαζόταν τη βοήθεια ενός δεινού "Δηλίου κολυμβητή".

Εάν μη έλπηται ανέλπιστον, ουκ εξευρήσει (δηλαδή "αν δεν ελπίζεις το ανέλπιστο, δεν θα το βρεις")

Όμως αξίζει τον κόπο να γνωρίσουμε κάποιες από τις ιδέες που βρίσκονται κάτω από τις, ασύνδετες μεταξύ τους, φράσεις του. Αποκαλύπτουν ένα ενδιαφέρον στάδιο της ιστορίας της σκέψεως...

Ο στόχος της κριτικής του κατά του Πυθαγόρα και άλλων ήταν οι έρευνές τους στην έξω φύση, η αναζήτηση εκ μέρους τους γεγονότων.

Η πολυμάθεια δεν μας βοηθεί στην κατανόηση, έγραψε. Διαφορετικά θα είχε διδάξει τον Ησίοδο και τον Πυθαγόρα, τον Ξενοφάνη και τον Εκαταίο.

Τέτοια μάθηση μας προσφέρουν οι αισθήσεις, αλλά

Μάτια και αυτιά είναι κακοί μάρτυρες, αν η ψυχή δεν εννοεί.

Οι αισθήσεις μας παρουσιάζουν ένα διαφορετικό κόσμο στον καθένα. Κοίταξε μέσα σου – δηλ. μέσα στο νου σου – και θα βρεις τον "λόγον" δηλαδή την αλήθεια που είναι κοινή για όλα τα πράγματα. Είναι το πρώτο σαφές βήμα για την υπονόμευση των αισθήσεων ως οδηγών προς την αλήθεια.

Ο κρυμμένος νόμος της φύσης, τον οποίο ισχυριζόταν πως είχε ανακαλύψει ήταν – όπως φαίνεται – ότι όλα τα πράγματα βρίσκονται σε σύγκρουση, η οποία είναι ουσιώδης για τη ζωή και επομένως καλή. Το πυθαγόρειο ιδεώδες ενός κόσμου ειρηνικού και αρμονικού το απέρριπτε, ως ιδεώδες θανάτου.

Ο πόλεμος είναι ο πατέρας όλων.

και

Η φιλονικία είναι δικαιοσύνη.

Πόλεμος πάντων μεν πατήρ εστί, πάντων δε βασιλεύς. Και τους μεν θεούς έδειξε, τους δε ανθρώπους, τους μεν δούλους εποίησε, τους δε ελευθέρους.

Τα ρητά αυτά πιθανώς είχαν στόχο τον Αναξίμανδρο που είχε περιγράψει τη συνεχή αλληλοδιείσδυση των αντιθέτων στοιχείων ως αδικία, για την οποία τα στοιχεία αυτά θα έπρεπε με τη σειρά τους να τιμωρηθούν. Ως τώρα οι φιλόσοφοι αναζητούσαν το μόνιμο και το σταθερό. Δεν υπάρχει τέτοιο, λέει ο Ηράκλειτος, ούτε κανείς θα επιθυμούσε έναν κόσμο στάσιμο. Ό,τι ζει, ζει χάρη στο θάνατο κάποιου άλλου. Η φωτιά ζει με το θάνατο του αέρα, και ο αέρας ζει με το θάνατο της φωτιάς το νερό ζει με το θάνατο της γης και η γη με το θάνατο του νερού.

Εκ πάντων εν και εξ ενός πάντα.

Ο Ηράκλειτος διακήρυττε πως όλα μεταβάλλονται, τίποτε δε μένει σταθερό, ακίνητο:

Τα πάντα ρει. Δις εις τον αυτόν ποταμόν ουκ αν εμβαίης αεί γίγνεσθαι και μεταβάλλεσθαι και μηδέποτε το αυτό μένειν.

Την αδιάκοπη αυτή κίνηση (ροή), κατά την οποία τα πάντα γίνονται και καταστρέφονται, ο Ηράκλειτος την έβλεπε ως μια αέναη πάλη αντίθετων αρχών, "εναντιοδρομία":

Πάντα κατ’ έριν γίγνεσθαι.

Την κίνηση αυτή και την αλλαγή την υπηρετούν ευεργετικές αντιθέσεις:

Το αντίξοον συμφέρον και εκ των διαφερόντων καλλίστην αρμονίην.

Είς εμοί μύριοι, εάν άριστος ήι (για εμένα ο ένας αξίζει όσο δέκα χιλιάδες, εάν είναι άριστος).

Οι Πυθαγόρειοι μίλησαν για την αρμονία των αντιθέτων, αλλά πώς μπορούν τα αντίθετα να ζουν αρμονικά, παρά μόνο χωρίς τη θέλησή τους; "Πρόκειται", είπε, "για συγκερασμό αντίθετων τάσεων, όπως αυτός που συμβαίνει στο τόξο. Θα πρέπει να φανταστούμε, έτσι νομίζω, ένα τόξο μόλις τανυσμένο αλλά ακινητοποιημένο. Καθώς σκοπεύει, δεν αντιλαμβανόμαστε καμιά κίνηση, και το θεωρούμε σαν αντικείμενο στατικό, σε τέλεια ακινησία. Αλλά στην πράξη έχουμε μια συνεχή διελκυστίνδα, που μπορούμε να την αντιληφθούμε, μόλις η χορδή ελευθερωθεί. Το τόξο θα βρεθεί αμέσως σε πλεονεκτική θέση, θα τιναχτεί και θα τεντωθεί στην αρχική θέση. Η βάση της ισορροπίας είναι ο αγώνας, που είναι καθαυτόν καλός, αφού αποτελεί την πηγή της ζωής. Είναι άτοπο να θεωρούμε τη μία του πλευρά ή φάση αγαθή και την άλλη κακή", λέει ο Ηράκλειτος.

Είναι μια αιώνια φωτιά, που ανάβει με μέτρο και σβήνει με μέτρο.

Αν υποθέσουμε, όπως για τους Ίωνες, ότι παραδέχονταν μία πρωταρχική ουσία, από την οποία προήλθε εξελικτικά ο κόσμος, τότε η φωτιά είναι κατά τον Ηράκλειτο η πρώτη αρχή. Αλλά ο Ηράκλειτος δεν ήταν σαν τους Ίωνες. Δεν πίστευε σε καμιά κοσμογονία, όπως αυτή του Αναξίμανδρου, σε μια εξέλιξη του κόσμου από μια αρχική απλή κατάσταση.

Υπάρχει, υπήρχε και θα υπάρχει ό,τι και τώρα, και η φωτιά αποτελεί μάλλον ένα είδος συμβόλου της φύσης του κόσμου. Αποτελεί η φωτιά την καλύτερη υλική έκφραση (και κανένα άλλο είδος εκφράσεως δεν ήταν τότε δυνατό) των δύο του κύριων αρχών: (i) το παν γεννάται από τον αγώνα, και (ii) το παν βρίσκεται σε συνεχή κίνηση. Γιατί η φωτιά μόνο ζει κατ’ αρχήν καταστρέφοντας και εκμηδενίζοντας, και κατά δεύτερο λόγο συνεχώς μεταβάλλεται ως ύλη, έστω και αν φαίνεται – όπως η φλόγα του κεριού – σταθερή και διαρκής για αρκετό διάστημα. Αν ο όλος κόσμος μοιάζει κάπως έτσι, τότε είναι πετυχημένη η παρομοίωσή του με κάποια μορφή φωτιάς.

Η αντίληψη του Ηράκλειτου για το "λόγο" είναι περίεργη και δυσνόητη. "Ακούστε όχι εμένα, αλλά το λόγο", λέει, και ο "λόγος" φαίνεται να έχει εδώ μια από τις συνηθισμένες του σημασίες: "λογαριασμός", "περιγραφή", αλλά και ένα είδος ύπαρξης ανεξάρτητης από τον χρησιμοποιούντα τη λέξη, έτσι που τα δύο αυτοί να μπορούμε να τα αντιπαραθέσουμε. Ο "λόγος" ισχύει πάντοτε, όλα τα πράγματα συμφωνούν μαζί του, είναι κοινός για όλα και πρέπει κανείς να ακολουθεί ό,τι είναι κοινό. Ταυτίζεται, υποθέτουμε, με τη "γνώμη" (=σκέψη), με τη βοήθεια της οποίας "διευθύνονται όλα τα πράγματα μέσα απ’ όλα". Ένας κατοπινός φιλόσοφος λέει ότι, σύμφωνα με τον Ηράκλειτο, "ανασαίνovτας προσλαμβάνουμε τον θεϊκό λόγο" δηλ. το θείο πνεύμα που κατευθύνει το παν είναι (α) ταυτόσημο με το πνεύμα μέσα μας, όπως δέχονται και οι Πυθαγόρειοι, (β) είναι επίσης κάτι υλικό. Είναι το ίδιο πράγματι με το κοσμικό πυρ, γιατί σύμφωνα με έναν άλλον αρχαίο σχολιαστή του Ηράκλειτου, "λέει (ο Ηράκλειτος) ότι αυτή η φωτιά έχει νου και αυτός είναι η αιτία της τάξης του σύμπαντος". Η έννοια της λογικής φωτιάς δείχνει πόσο δύσκολο γίνεται το να εξηγήσει κανείς τα πάντα, χωρίς να προχωρήσει πέρα από την έννοια του υλικού.

Ο Ηράκλειτος έκλινε προς τον ορθολογισμό:

Κακοί μάρτυρες ανθρώποισιν οφθαλμοί και ώτα.

Το λογικό, ο λόγος, στον Ηράκλειτο δεν είναι δεμένος με μεταφυσικές, ιδεαλιστικές αντιλήψεις. Για το λόγο έκανε μια έκθεση, που η επίδρασή της φτάνει μέχρι τα χρόνια μας. Όλα στον κόσμο γίνονται λογικά, σύμφωνα μ' έναν αυστηρό νόμο, αδιάφορα αν δεν το αισθάνονται οι άνθρωποι. Ο λόγος είναι ο κοσμικός νόμος, η δύναμη που βρίσκεται μέσα στα πράγματα. Το ανθρώπινο λογικό είναι ένα κομμάτι, μια συνέπεια του κοσμικού λόγου. Παίρνοντας μέρος σ' αυτόν οι άνθρωποι γίνονται λογικοί. Γι’ αυτό ο λόγος είναι κοινός και υποχρεωτικός για όλους, μ' όλο που οι άνθρωποι φαντάζονται και συλλογιούνται και ενεργούν ελεύθερα. Δικαιοσύνη και ηθική, την πηγή τους την έχουν στον κοσμικό λόγο. Στον Ηράκλειτο η θεότητα είναι ενδοκοσμικός νους, που δημιουργεί (από μέσα του) τη φύση, την ιστορία, τη θρησκεία, το δίκαιο, την ηθικότητα.

Οι τρεις βασικές έννοιες του πανθεϊσμού του είναι: α) η ενότητα, β) η αιώνια αλλαγή και γ) η αδιάσπαστη νομοτέλεια της κοσμικής τάξης. Η πρώτη ύλη του κόσμου είναι η φωτιά, η θερμότητα, που είναι το πρώτο ευκίνητο στοιχείο μέσα στη φύση. Το πέρασμα από την πρώτη αυτή ύλη σ’ όλες τις άλλες (αέρα, νερό, χώμα) ο Ηράκλειτος το έβλεπε ως μια διαρκή αλλαγή της φωτιάς, δηλ. ως μια αιώνια κίνηση της φωτιάς, που σβήνει και ξανανάβει. Ο πόλεμος (η πάλη) των στοιχείων ("πόλεμος πάντων πατήρ"), η "εναντιοδρομία", έχει κίνητρο το πυρ. Περίσσευμα θερμότητας σημαίνει περίσσευμα κίνησης και περίσσευμα ψυχρού σημαίνει ακινησία και νέκρα. Ο κόσμος κατά τον Ηράκλειτο, δε δημιουργήθηκε από κανέναν:

Κόσμος τόνδε, τον αυτόν απάντων, ούτε τις θεών, ούτε ανθρώπων εποίησεν, αλλ’ ην αεί και έστιν και έσται πυρ αείζωτον.

Ο Ηράκλειτος θεωρείται υλιστής φιλόσοφος και η αντίληψή του για τη σχετική κίνηση και εξέλιξη του κόσμου τον χαρακτηρίζει ως πρόδρομο του διαλεκτικού υλισμού. Η κεντρική ιδέα της φυσικής του είναι αυτή του κύκλου και της αρμονίας των αντιθέτων. Καθοδική κίνηση είναι αυτή της φωτιάς που τίκτει τη θάλασσα, από την οποία πάλι γεννώνται από τη μια η γη κι από την άλλη οι στρόβιλοι του ανέμου. Γιατί είναι αλή­θεια, "όταν πέφτει ο κεραυνός, η βροχή γίνεται βίαια και θυελλώδης", και όσον αφορά τη θάλασσα πάλι, ο Ηράκλειτος θα πρέπει να είχε ζήσει από πρώτο χέρι την αργή πρόσχωση του λιμανιού της Εφέσου, που έδιωχνε τη θάλασσα μακριά του. Η αντίθετη, ανοδική κίνηση επαναφέρει τη γη στο νερό και το νερό στη φωτιά μέσω των ξηρών εκπνοών που τρέφουν τα άστρα κι ιδιαίτερα τον ήλιο: γιατί οι εκπνοές αυτές συνιστούν την κατ’ εξοχήν ασώματη αρχή, από την οποία τα πάντα απορρέουν κι η οποία βρί­σκεται σε αέναη ροή. Ανευρίσκουμε λοιπόν και πάλι μέσα σε αυτή τη φυ­σική εξήγηση των ατμοσφαιρικών φαινομένων όχι μόνο ίο θέμα της ανακύκλησης και της ενότητας των αντιθέτων αλλά και αυτό του επιμερισμού του Ενός σε πολλά και της επιστροφής του πολλαπλού στο πρωταρχικό Εν.

Στο πεδίο της αστρονομίας τώρα, φαίνεται πως ο Ηράκλειτος γνώριζε την πορεία της Σελήνης και του Ηλίου καθώς και των πλανητών, έχοντας μελετήσει τις τροχιές τους, των οποίων μάλιστα ίσως είχε υπολογίσει την κλίση. Αν κατά παράδοξο τρόπο μας βεβαιώνει πως μέρα και νύχτα είναι ένα και το αυτό, συμβαίνει γιατί καθεμιά τους δίνει ζωή στην άλλη με τον ημερολογιακό ρυθμό, ρυθμό που δίνει υπόσταση στη θεματική της αρμο­νίας των αντιθέτων και της ανακύκλησης.

Ο Ηράκλειτος εκφράζεται με αινίγματα, έλεγαν οι Έλληνες, και υπήρχαν δύο κύριοι λόγοι για κάτι τέτοιο. Πρώτα-πρώτα ο χαρακτήρας του ήταν τέτοιος που να τον ευχαριστεί μια γλώσσα εvτυπωσιακή και παραδοξολογούσα. Μπορούσε να μας προσφέρει σαφή παράδοξα, όπως "Καλό και κακό είναι ένα και το αυτό", ή άλλοτε μια παρομοίωση θελκτική αλλά βασανιστική, όπως: "Ο χρόνος είναι ένα παιδί που παίζει ζάρια· δική του είναι η βασιλεία". Κατά δεύτερο λόγο ο Ηράκλειτος είναι δύσκολος, γιατί η διανόηση στην περίπτωσή του έφτασε σε στάδιο παράξενα δύσκολο. Δεν μπορούσε να ανέχεται πια τις αφελείς ιωνικές κοσμογονίες, ούτε να θεωρεί εύκολο και φυσικό να περιορίζει τη ζωή και τη σκέψη στον ζουρλομανδύα της υλικής ουσίας. Ήταν σαφές πώς πολύ γρήγορα θα τον διερρήγνυε.

Η διάρρηξη συνέβη με τρόπο παράξενο και οφειλόταν τελικά στο έργο ενός διανοητή και δυνατού αλλά και περιορισμένου, του οποίου και η δύναμη και οι αυτο-περιορισμοί σχημάτισαν κάτι σαν κοιλάδα στην ελληνική σκέψη. Αυτός ο φιλόσοφος ήταν ο Παρμενίδης, που έζησε το πρώτο μισό του 5ου αιώνα και ήταν το ακριβώς αντίθετο του Ηράκλειτου. Για τον Ηράκλειτο οι μόνες πραγματικότητες ήταν η κίνηση και η μεταβολή. Για τον Παρμενίδη η κίνηση δεν ήταν δυνατή και τη σύνολη πραγματικότητα αποτελούσε μία και μόνη, ακίνητη και αμετάβλητη ουσία.

Βιογραφικά

Γεννήθηκε στην Έφεσο, το 544 π.Χ. και πέθανε το 484 π.Χ. Ο Ηράκλειτος ανήκε σε μια εξαιρετικά διακεκριμένη αριστοκρατική οικογένεια της Εφέσου· φαίνεται, μάλιστα, πως σε όλη του τη ζωή διατήρησε κάποιο αίσθημα περιφρόνησης έναντι των ανθρώπων, λεπτομέρεια έκδηλη σε ορισμένα αποσπάσματα του, όπου στηλιτεύει τα πολιτικά ήθη των συμπολιτών του. Ήταν όμως αντίπαλος τόσο της τυραννίας, όσο και της δημοκρατίας. Πήρε μέρος στους πολιτικούς αγώνες της πατρίδας του, στο πλευρό πάντοτε των αριστοκρατών, καταδικάζοντας την αρχή της ισότητας.

Κάποια παράδοση τον θέλει μελαγχολικό χαρακτήρα ενώ ορισμένοι χριστιανοί, άρα αρκετά μεταγενέστεροι, συγγραφείς ισχυρίζονται πως διώχθηκε για αθεϊσμό. Για τους δασκάλους του δεν γνωρίζουμε και πολλά πράγματα· από ορισμένους μάλιστα θεωρήθηκε μαθητής του Ξενοφάνη, το πιθανότερο, όμως, είναι πως ο τελευταίος είχε ήδη εγκαταλείψει την Ιωνία όταν γεννήθηκε ο Ηράκλειτος. Εν πάση περιπτώσει, όμως, ο Ηράκλειτος θα πρέπει να είχε διαβάσει το ποίημα του και να γνώριζε τις κοσμολογίες των Μιλησίων, εφόσον μας λέει (απ. 38) πως ο Θαλής υπήρξε ο πρώτος αστρονόμος. Μνημονεύει ακόμα τον Πυθαγόρα (απ. 81) και τον Εκαταίο. Είναι πιθανόν, τέλος, ο Παρμενίδης να γνώριζε το έργο του Ηράκλειτου, που πρέπει να ήταν είκοσι πέντε χρόνια μικρότερος του.

Σύµφωνα µε τον Διογένη Λαέρτιο "όταν του ζήτησαν να θεσπίσει νόµους, αδιαφόρησε τελείως, επειδή είχε ήδη επικρατήσει κακός τρόπος κυβέρνησης της πόλης και πήγε στο ιερό της Αρτέµιδος κι έπαιζε µε τα παιδιά αστραγάλους. Τελικά, µίσησε τους ανθρώπους και έφυγε για να ζήσει στα βουνά τρώγοντας χόρτα και βότανα. Επειδή όµως αυτό έγινε αιτία να αρρωστήσει από υδρωπικία, κατέβηκε στην πόλη και ρωτούσε αινιγµατικά τους γιατρούς αν µπορούσαν µετά από πολλή βροχή να δηµιουργήσουν ξηρασία. Οι γιατροί δεν καταλάβαιναν τι τους έλεγε και αυτός τάφηκε σ’ ένα βουτοστάσιο ελπίζοντας πως η ζεστασιά της κοπριάς θα τραβήξει από µέσα την βλαβερή υγρασία. Όµως ούτε αυτό είχε αποτέλεσµα και έτσι πέθανε".

Θεωρίες

Όπως και ο Ξενοφάνης, ο Ηράκλειτος ξεκινά από την παρατήρηση του κόσμου, τον οποίο θεωρεί και αυτός ως ενιαίο όλο, που ως τέτοιο ούτε γεννήθηκε ούτε και θα χαθεί ποτέ. Και ενώ εκείνος την ουσία του κόσμου τη βρίσκει στη θεότητα, ο Ηράκλειτος τη βλέπει σε μία νοητική αρχή, το λόγο. Η αδιάκοπη αλλαγή, αστάθεια κάθε μερικού, του δημιουργεί τόσο δυνατή εντύπωση, ώστε σ' αυτό βλέπει τον καθολικό κοσμικό νόμο. Σε αντίθεση με τον Ξενοφάνη και την Ελεατική Σχολή, που πίστευε στην ακινησία του "είναι", του όντος, ο Ηράκλειτος διακήρυττε πως όλα μεταβάλλονται, τίποτε δε μένει σταθερό, ακίνητο:

Τα πάντα ρει, δις εις τον αυτόν ποταμόν ουκ αν εμβαίης. Αεί γίγνεσθαι και μεταβάλλεσθαι και μηδέποτε το αυτό μένειν.

Την αδιάκοπη αυτή κίνηση (ροή), κατά την οποία τα πάντα γίνονται και καταστρέφονται, ο Ηράκλειτος την έβλεπε ως μια αέναη πάλη αντίθετων αρχών, "εναντιοδρομία":

Πάντα κατ’ έριν γίγνεσθαι.

Την κίνηση αυτή και την αλλαγή την υπηρετούν ευεργετικές αντιθέσεις:

Το αντίξοον συμφέρον και εκ των διαφερόντων καλλίστην αρμονίην.

Πηγή για τις σωστές αυτές γνώσεις είναι το λογικό, ο λόγος.

Προς τον ορθολογισμό κλίνει και ο Ηράκλειτος:

Κακοί μάρτυρες ανθρώποισιν οφθαλμοί και ώτα.

Το λογικό, ο λόγος, στον Ηράκλειτο δεν είναι δεμένος με μεταφυσικές, ιδεαλιστικές αντιλήψεις. Για το λόγο έκανε μια έκθεση, που η επίδρασή της φτάνει μέχρι τα χρόνια μας. Όλα στον κόσμο γίνονται λογικά, σύμφωνα μ' έναν αυστηρό νόμο, αδιάφορα αν δεν το αισθάνονται οι άνθρωποι. Ο λόγος είναι ο κοσμικός νόμος, η δύναμη που βρίσκεται μέσα στα πράγματα. Το ανθρώπινο λογικό είναι ένα κομμάτι, μια συνέπεια του κοσμικού λόγου. Παίρνοντας μέρος σ' αυτόν οι άνθρωποι γίνονται λογικοί. Γι' αυτό ο λόγος είναι κοινός και υποχρεωτικός για όλους, μ' όλο που οι άνθρωποι φαντάζονται και συλλογιούνται και ενεργούν ελεύθερα. Δικαιοσύνη και ηθική την πηγή τους την έχουν στον κοσμικό λόγο.

Ρητά

- Η συγχώρεση είναι ανώτερη από την τιμωρία
- Τον κόσμο αυτό, δεν τον έπλασε κανείς, ούτε Θεός ούτε άνθρωπος, αλλά υπήρχε, υπάρχει και θα υπάρχει για πάντα: είναι μια φωτιά αιώνια ζωντανή που ανάβει και σβήνει σύμφωνα με ορισμένα μέτρα
- Μία είναι η σοφία: να γνωρίζουμε τη σκέψη η οποία ρύθμισε τα πάντα για πάντα
- Τα πάντα σχηματίζονται από τη φωτιά και στη φωτιά διαλύονται
- Όλα γίνονται σύμφωνα με τις επιταγές της μοίρας και τα όντα εναρμονίζονται μέσα από τις αντιθέσεις τους
- Τα πάντα είναι γεμάτα ψυχές και πνεύματα
- Δεν μπορείς να βρεις τα όρια της ψυχής, όποιο δρόμο κι αν πάρεις. Τόσο βαθιές είναι οι αιτίες της ύπαρξής της
- Τα πάντα μεταβάλλονται με τη φωτιά και γίνονται με αραίωση και πύκνωση
- Όλα γίνονται μέσα από αντιθέσεις και το σύνολο κυλά σαν ποτάμι
- Το σύμπαν είναι πεπερασμένο και ο κόσμος είναι ένας
- Όλα καθορίζονται από την ειμαρμένη
- Από τα ενάντια, αυτό που οδηγεί στη γένεση λέγεται πόλεμος και έρις και αυτό που οδηγεί στη μετατροπή σε φωτιά, λέγεται συμφωνία και ειρήνη
- Αν η ευτυχία βρισκόταν στις σωματικές απολαύσεις, θα λέγαμε πως τα βόδια είναι ευτυχισμένα ότα βρουν λαθούρι να φάνε
- Η ψυχή είναι άφθαρτη
- Το περιοδικό πυρ είναι αιώνιο και η ειμαρμένη λόγος που δημιουργεί τα όντα από την εναντιοδρομία
- Τα πάντα γίνονται σύμφωνα με την ειμαρμένη και ότι υπάρχει αυτή και η Ανάγκη
- Ο κόσμος γίνεται όχι σύμφωνα με το χρόνο αλλά σύμφωνα με τη σκέψη
- Ενώ ο αληθινός λόγος είναι καθολικός, τα ανθρώπινα πλήθη ζουν με οδηγό τις επιμέρους νοοτροπίες τους
- Οι κοινοί άνθρωποι ξεχνούν όσα κάνουν στον ξύπνιο τους με τον ίδιο τρόπο που ξεχνούν τα όνειρά τους
- Ο Ήλιος όχι μόνο είναι καινούριος κάθε μέρα, αλλά είναι πάντοτε νέος, συνεχώς
- Το αντίρροπο είναι χρήσιμο και η ωραιότερη συναρμογή προκύπτει από τα διαφορετικά
- Όλα είναι αλληλένδετα: τα σύνολα και τα μη-σύνολα, τα συγκλίνοντα και τα αποκλίνοντα, η συγχορδία και η μονωδία. Όλα συνταιριάζονται σε ένα από το ένα προέρχονται όλα
- Ο καλλιεργημένος άνθρωπος δεν πρέπει να είναι ρυπαρός ή ακάθαρτος, ούτε να βρίσκει ευχαρίστηση στα βρομόνερα
- Θα μπορέσει ίσως κάποιος ν' αποφύγει το αισθητό φως, το νοητό, όμως, είναι αδύνατο
- Οι πολλοί δε στοχάονται πάνω στη φύση των πραγμάτων που συναντούν μπροστά τους, ούτε τα γνωρίζουν πραγματικά έστω κι αν τα διδαχθούν, αλλά απλώς νομίζουν πως τα γνωρίζουν
- Αν δεν ελπίσει κανείς το ανέλπιστο, δεν πρόκειται να το ανακαλύψει γιατί είναι ανεξερεύνητο και απρόσιτο
- Όσα βλέπουμε ξύπνιοι, είναι θάνατος. Όσα βλέπουμε κοιμισμένοι, ύπνος
- Οι χρυσοθήρες πολύ χώμα σκάβουν και λίγο χρυσάφι βρίσκουν
- Αν δεν υπήρχαν τα αδικήματα, οι άνθρωποι δε θα γνώριζαν το όνομα της Δίκης
- Η μεγαλοσύνη της ζωής, μετριέται με τη μεγαλοσύνη του θανάτου
- Το ένα, το σοφό και δε θέλει και θέλει, να ονομάζεται μόνο Ζεύς
- Είναι απόλυτα απαραίτητο, κριτές των πολλών να είναι οι φιλόσοφοι
- Οι ψυχές, όταν πεθαίνουν, γίνονται νερό και το νερό όταν πεθαίνει γίνεται γη. Από τη γη γεννιέται το νερό κι απ' το νερό η ψυχή
- Η σοφία είναι ένα μόνο πράγμα: να γνωρίζεις ότι ο ορθός λόγος κυβερνά τα πάντα, μέσα από τις εσωτερικές του σχέσεις
- Το όνομα του βιος είναι Ζωή, έργο του δε, είναι ο Θάνατος
- Στα ίδια ποτάμια μπαίνουμε και δεν μπαίνουμε, υπάρχουμε και δεν υπάρχουμε
- Το Παν είναι διαιρετό και αδιαίρετο, γεννητό και αγέννητο, θνητό και αθάνατο, λόγος και χρόνος, πατέρας και γιος, θεός και δίκαιο
- Είναι αρμονία όταν ένα πράγμα έρχεται σε αντίθεση με τον εαυτό του, ενώ ταυτόχρονα βρίσκεται σε συμφωνία με αυτός
- Ο Χρόνος είναι παιδί που παίζει πεσσούς. Η βασιλεία ανήκει στο παιδί
- Ο Πόλεμος είναι πατέρας και κυβερνήτης των πάντων
- Η Αρμονία που δε φαίνεται, είναι ισχυρότερη από τη φανερή
- Το καλό και το κακό, είναι ένα
- Θεοί - άνθρωποι, άνθρωποι - θεοί: οι θεούν ζουν αιώνια χάρη στο θάνατο των ανθρώπων, οι θνητοί όταν πεθάνουν χάνουν την αιώνια ζωή των θεών
- Το Πυρ κυβερνά τα πάντα
- Δεν πρέπει να ενεργούμε και να μιλούμε σαν παιδιά των γονιών μας - δηλαδή, σύμφωνα με τις αντιλήψεις που παραλάβαμε
- Οι κοιμισμένοι είναι εργάτες και σύνεργοι σε όσα συμβαίνουν στον κόσμο
- Η φωτιά ζει το θάνατο του αέρα, κι ο αέρας ζει το θάνατος της φωτιάς. Το νερό ζει το θάνατο της γης και η γη το θάνατο του νερού
- Πρέπει να γνωρίζουμε ότι ο πόλεμος είναι παγκόσμιο φαινόμενο και ότι η φιλονικία είναι δικαιοσύνη: όλα γεννιούνται και πηγάζουν αναγκαστικά από τη φιλονικία
- Η φωτιά αναπαύεται μέσα απ' τη συνεχή μεταλλαγή
- Το κουραστικό είναι να μοχθείς πάντα για τα ίδια πράγματα και όλο μ' αυτά ν' αρχίζεις
- Είναι δύσκολο να πολεμήσεις το Θυμό γιατί αγοράζει αυτό που θέλει με τίμημα την ψυχή
- Το ίδιο πράγμα είναι το ζωντανό και το πεθαμένο, το ξύπνιο και το κοιμισμένο, το νεαρό και το γερασμένο: από τη μεταλλαγή των μεν προκύπτουν τα δε και αντίστροφα
- Για τους ξύπνιους, ο κόσμος είναι ένας και κοινός, ενώ ο κάθε κοιμισμένος καταφεύγει σ' ένα δικό του κόσμο
- Δεν μπορείς να μπεις δύο φορές στο ίδιο ποτάμι
- Σε μία κυκλική συμπεριφορά, η αρχή συμπίπτει με το τέλος
- Στην ψυχή ανήνει ο λόγος, που αυξάνει από μόνος του
- Η ξηρή ψυχή είναι η πιο σοφή και άριστη
- Ο Δαίμων που συνοδεύει κάθε άνθρωπο, είναι ο χαρακτήρας του
- Από ένα γίνονται όλα και από όλα ένα


Ψυχολογία, Φιλοσοφία, Επιστήμες, Παιδεία

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Νεότερες Αναρτήσεις Επόμενη σελίδα