13 Ιανουαρίου, 2014

Πλούταρχος: Περί της Αλεξάνδρου Τύχης ή Αρετής

Περί της Αλεξάνδρου Τύχης ή Αρετής
γράφει η
* Περίληψη

Το συγκεκριμένο έργο του Πλουτάρχου θεωρείται ότι είναι η συνέχεια ενός απολεσθέντος λόγου του, στον οποίο ο Χαιρωνεύς ιστοριοδίφης ενεφάνιζε την Τύχη ομιλούσα και ισχυριζόμενη ότι εις αυτήν και μόνον ωφείλοντο η δόξα και τα μεγαλεία του Αλεξάνδρου. Εδώ λοιπόν αντικρούει τα παρά της αντιμακεδονικής παρατάξεως λεγόμενα, ως προς την ευνοϊκή τύχη του μεγάλου στρατηλάτη, ότι δηλαδή ώφειλε την δόξα και τις μεγάλες επιτυχίες του αποκλειστικά στην εύνοια της Τύχης και όχι στην προσωπική του αξία. Ασχολείται μάλλον με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της προσωπικότητάς του και εξαίρει την αρετή του. Συνεπώς ο λόγος αυτός θα έπρεπε μάλλον να φέρει τον τίτλο "Περί της Αλεξάνδρου Αρετής".

Λόγος Α

Ξεκινώντας ο Πλούταρχος δηλώνει με σιγουριά ότι ο ίδιος ο Αλέξανδρος θα δυσφορούσε και θα αγανακτούσε εάν ενομίζετο ότι δωρεάν και από την Τύχη έλαβε την ηγεμονία, την οποία αυτός εξαγόρασε αντί πολλού αίματος και απέκτησε με πολλές πληγές. Έπειτα απαριθμεί τις μάχες τις οποίες έδωσε ο στρατηλάτης και περιγράφει σε πόσες από αυτές εδέχθη χτυπήματα και τονίζει ότι πολλές φορές γλύτωσε από τον Θάνατο παρά τρίχα και άλλες πόσες τον γλυτώσανε οι συμπολεμιστές του προστατεύοντάς τον. Περιγράφει την πολιτική αναταραχή που επικρατούσε τότε στην υπόλοιπη Ελλάδα, τις απειλές τις οποίες δέχονταν εκείνο τον καιρό η Μακεδονική αυτοκρατορία (κατά την βασιλεία του Φιλίππου δηλαδή) και παρόλα αυτά ο νεαρός τότε ηγεμόνας, τόλμησε να ελπίσει ότι θα κατακτήσει την Βαβυλώνα και τα Σούσα. Ειρωνικά λέει ότι η Τύχη τον βοήθησε τόσο πολύ οικονομικά, εξασφαλίζοντάς του εβδομήντα τάλαντα, που τότε ήταν εφόδια τριάντα μόλις ημερών για τον στρατό του. Το μοναδικό πραγματικό εφόδιο που είχε ήταν οι διδασκαλίες και τα διδάγματα της φιλοσοφίας, περί ανδρείας και αφοβίας, σωφροσύνης και μεγαλοψυχίας.

Έπειτα εξηγεί ότι πραγματικός φιλόσοφος ήταν ο Αλέξανδρος γιατί έπραξε συμφώνως με αυτά που εδιδάχθη, ενώ αυτό που έπραταν οι φιλόσοφοι εκείνης της εποχής ήταν να συζητάνε στην Ακαδημία και να γράφουν περί αξιωμάτων και συλλογισμών. Και ενώ οι φιλόσοφοι εδίδασκαν σε ανθρώπους που τουλάχιστον καταλάβαιναν ελληνικά και ήταν ευφυείς, ο Αλέξανδρος κατάφερε να διδάξει στους Υρκανούς να συνάπτουν νόμιμους γάμους, στους Αραχώσιους να καλλιεργούν την γη, στους Πέρσες να σέβονται τις μητέρες τους και να μην τις νυμφεύoνται, στους Σκύθες να θάβουν τους νεκρούς τους και να μην τους τρώνε, κ.α.. Και σε αυτό το σημείο αποδεικνύει την κυνικότητά του λέγωντας ότι ακόμα και ο πασίγνωστος Πλάτωνας έγραψε μόνον μια Πολιτεία και δεν έπεισε κανέναν να την εφαρμόσει λόγω της αυστηρότητός της. Ενώ ο νεαρός βασιλιάς κατάφερε να εξελληνίσει βαρβάρους και τους νόμους του ακόμη να τους εφαρμόζουν, στις πόλεις που ίδρυσε. Καταλήγει λέγωντας ότι εάν μέγιστος έπαινος της φιλοσοφίας είναι να εξημερώνει και να εξευγενίζει τα σκληρά και αμόρφωτα ήθη, ο Αλέξανδρος φαίνεται ότι εξεπολίτισε τόσους άγριους και ατίθασους λαούς που δικαίως δύναται να θεωρηθή "φιλοσοφώτατος".

Αρνήθηκε να ακολουθήσει τις συμβουλές και τις προτροπές του Διδασκάλου του Αριστοτέλη που του έλεγε να φέρεται ως βασιλιάς μόνο στους Έλληνες και στους βαρβάρους ως δεσπότης να τους φροντίζει ως συγγενείς και φίλους και να τους μεταχειρίζεται ως ζώα και φυτά. Αν ακολουθούσε αυτήν την τακτική, η αυτοκρατορία του θα γέμιζε με πολέμους εξορίες στάσεις και συνομωσίες. Αντιθέτως κατάφερε να συνενώσει όλα τα έθνη, ανέμιξε τα ήθη και τα έθιμά τους και φερόταν στους αγαθούς ως συγγενείς και στους κακούς ως αλλόφυλους. Διέκρινε τους Έλληνες όχι από το ένδυμα και την γλώσσα, αλλά από την αρετή και τους βαρβάρους από την κακία.

Ο Δημάρατος ο Κορίνθιος είχε εκφράσει την συγκίνησή του όταν είδε τον Αλέξανδρο στα Σούσα και είπε ότι όσοι δεν πρόλαβαν να δουν τον Αλέξανδρο στον θρόνο του Δαρείου στερήθηκαν μεγάλη χαρά, αλλά ο Πλούταρχος πιστεύει ότι μεγαλύτερη χαρά θα ήταν για κάποιον να ήταν παρών στους γάμους που τελέστηκαν με εντολή του στρατηλάτη μεταξύ εκατό Περσίδων και ισαρίθμων Μακεδόνων. Ο Ξέρξης λοιπόν ήταν ανόητος που πίστεψε ότι θα μπορούσε να ενώσει την Ασία και την Ευρώπη με γέφυρες στον Ελλήσποντο με δεσμούς δηλαδή άψυχους, ενώ αυτό έγινε τόσο εύκολα με αγνό έρωτα και νόμιμους γάμους. Κέρδισε τις ψυχές των κατακτημένων ντυμένος κατά το ήμισυ με περσικό τρόπο και κατά το ήμισυ με τρόπο μακεδονικό, χωρίς να προδώσει τις δικές του αξίες, αλλά δείχνωντας και σεβασμό στα ήθη των ξένων.

Σε αυτό το σημείο ο Πλούταρχος κάνει μια διαπίστωση στην οποία αξίζει να σταθούμε. Λέει λοιπόν ότι αυτό που επιθυμούσε ο Αλέξανδρος ήταν να υπαγάγει όλα τα έθνη της γης υπό μία αρχή και ένα κράτος, να ενώσει τους κατοίκους όλου του κόσμου και να αποτελέσουν έναν λαό. Εάν λοιπόν ο δαίμωνας ο οποίος είχε αποστείλει την ψυχή του Αλεξάνδρου δεν έσπευδε να την ανακαλέσει παρ' εαυτώ, όλοι οι άνθρωποι θα είχαν έναν και μόνο νόμο και θα οδηγούντο από μία δικαιοσύνη, ως από ένα κοινό φως. Αλλά σήμερα το τμήμα της γης που δεν γνώρισε τον μεγάλο βασιλιά, είναι σαν να μην είδε ποτέ το φως του ήλιου.

Έπειτα απαριθμεί κάποιους βασιλείς και άρχοντες που μοναδικός τους στόχος ήταν να πλουτίσουν και να δοξασθούν. Και μας θυμίζει κάποια περιστατικά από την ζωή του στρατηλάτη, για να μας αναδείξει την φιλοσοφική του πλευρά. Κάποτε λοιπόν συμβούλευσε τον πατέρα του που ανάρρωνε από τραύμα που απέκτησε σε μάχη, να περπατάει χωρίς να στεναχωριέται, γιατί κάθε βήμα του θα του θύμιζε την ανδρεία του. Και αυτός ο ίδιος ποτέ δεν έκρυβε τις πληγές του, αλλά τις επεδείκνυε ως παράσημα. Όταν συνομίλησε με τον Διογένη στην Κόρινθο, ο τρόπος ζωής του, του προκάλεσε εντύπωση και κατάπληξη τόση, ώστε να πει ότι αν δεν ήταν ο Αλέξανδρος θα ήθελε να είναι ο Διογένης. Απέδειξε με τις πράξεις του το αξίωμα εκείνο των Στωικών, ότι δηλαδή όλα όσα θέλει να πράξει ο σοφός, τα πράττει με την βοήθεια όλων των αρετών του. Όπως φαίνεται, μία αρετή πρωταγωνιστεί σε κάθε πράξη του, προσκαλεί δε τις άλλες αρετές να την φέρουν εις την τελειότητα. Ο Αλέξανδρος λοιπόν είχε ανδρεία ενωμένη με φιλανθρωπία, δύναμη και ωραιότητα μαζί, ελευθεριότητα και συνετή οικονομία, οργή και ευδιαλλαξία ταυτοχρόνως και τον έρωτα με την σωφροσύνη. Υπήρξε αυστηρός με τους αδικούντας και ήμερος προς τους δυστυχούντας.

Ήταν λοιπόν ο βασιλιάς και φιλόσοφος, γιατί θα μπορούσε να ατιμάσει και να εκμεταλλευθεί την Ρωξάνη, αυτός όμως την ενυμφεύθει, θα μπορούσε να στήσει γιορτές μετά τον θάνατο του Δαρείου, αλλά αυτός τον κάλυψε με την βασιλική χλαμύδα, σεβόμενος την αυστηρότητα της θείας οργής κατά της τύχης των βασιλέων. Θα μπορούσε να κρύβει από τον αγαπητό του φίλο Ηφαιστίωνα τις επιστολές που του έστελνε η μητέρα του, οι οποίες περιείχαν μυστικά, παρόλα αυτά τον εμπιστεύθηκε. Θα μπορούσε να δεχθεί τους νέους που του έστελναν ως δώρο διάφοροι κόλακες, αλλά αυτός δεν το έκανε ποτέ. Γιατί όπως λέει και ο Θουκυδίδης "ο φόβος όχι μόνον μας κάμνει να λησμονούμε εκείνα τα οποία εμάθαμεν, αλλά μας αφαιρεί και πάσαν προαίρεσιν και φιλοτιμίαν και ενέργειαν, εάν η φιλοσοφία δεν μας έχει οχυρώσει με δεσμούς και με κανόνας της διαγωγής μας αμετάβλητους...".

Λόγος Β

Λέγεται οτι ο Αλέξανδρος επιβράβευε τους ποιητές και τους καλλιτέχνες της εποχής τόσο καλά που δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε ότι ο αιών του είχε το ευτύχημα να παράγει τέχνες και πνεύματα έξοχα, διότι είχαν μάρτυρα και θεατή τον Βασιλέα, ο οποίος έκρινε άριστα τα έργα και τα αντέμειβε. Διότι όπως το εύκρατο κλίμα ευνοεί τους καρπούς της γης, έτσι και η αγάπη του βασιλέως και η ενθάρρυνσις προκαλεί την ακμή των τεχνών. Μας δίνει μετά παραδείγματα βασιλέων που με την απαράδεκτη στάση τους απέναντι στους καλλιτέχνες, κατέπνιγαν κάθε ανάπτυξη οποιασδήποτε τέχνης, ενώ αφήνει και την ίδια εντύπωση και για τον Φίλιππο. Μεγάλο προσόν του Αλεξάνδρου θεωρεί το ότι ενώ ένιωθε μεγάλη ευχαρίστηση με τις τέχνες, ποτέ δεν παρασύρονταν να τις μιμηθεί γνωρίζοντας τα όριά του. Ήταν μεγάλος θαυμαστής του ηθοποιού Θεσσαλού, τόσο που όταν αυτός έχασε σε έναν διαγωνισμό υποκριτικής, είπε ότι θα προτιμούσε να χάσει ένα τμήμα της αυτοκρατορίας του παρά να δει τον Θεσσαλό ηττημένο. Εν τούτοις δεν έκανε κανένα διάβημα προς τους κριτές, ούτε την απόφασή τους κατέκρινε. Γιατί πίστευε ότι όλοι έπρεπε να υπακούουν σε αυτόν, αυτός όμως έπρεπε να υπακούει στην δικαιοσύνη.

Ο Αλέξανδρος είχε διατάξει μόνο ο Λύσιππος να κατασκευάζει τους ανδριάντες του, διότι πίστευε ότι μόνο αυτός μπορούσε να φτιάξει τόσο αληθοφανή έργα, αλλά ταυτόχρονα να προσδώσει σε αυτά θεϊκά χαρακτηριστικά. Ο αρχιτέκτων Στασικράτης του πρότεινε να του φτιάξει ένα επιβλητικό και τεράστιο άγαλμα, σμιλευμένο επάνω στο όρος της Θράκης Άθως. Αυτός όμως αρνήθηκε, λέγωντας "ας αφήσουμε τον Άθω στην θέση του, εμένα οι πράξεις μου θα είναι οι εικόνες μου".

Έπειτα ο Πλούταρχος τονίζει το γεγονός ότι ακόμη και αν σε κάποιον η Τύχη έδινε απλόχερα πλούτο, εύνοια, στρατό, ίππους και δύναμη, το πώς αυτός θα τα χρησιμοποιούσε, θα ήταν δική του ευθύνη και όλα αυτά στα χέρια κάποιου που δεν θα είχε αρετή θα ήταν κίνδυνος και καταστροφή και απόδειξη της αδυναμίας του χαρακτήρα του. Όπως τονίζει και ο Επίχαρμος "ο νους βλέπει και ο νους ακούει, τα άλλα δε είναι τυφλά και κωφά, εάν δεν οδηγούνται από την λογική". Για παράδειγμα, η Σεμίραμις, αν και γυναίκα αναγνωρίστηκε για τις στρατηγικές τις ικανότητες, ενώ ο Σαρδανάπαλος έγινε γνωστός για την ανηθικότητα και την μαλθακότητά του, αν και άνδρας. Σε πολλούς βασιλείς η Τύχη έδωσε λοιπόν δύναμη, στρατό και πλούτο και όπλα και βέλη, αλλά κανένας τους δεν μπόρεσε να ξεπεράσει τον Αλέξανδρο, γιατί αυτός είχε και άλλα χαρίσματα που τον έκαναν να ξεχωρίσει, χαρίσματα που δεν μπορεί να δώσει η Τύχη, αλλά καλλιεργούνται στην ψυχή των σωφρώνων.

Όπως μας λέει ο Λεωσθένης, ο στρατός του Αλεξάνδρου μετά τον θάνατό του, περιπλανιόταν χωρίς σκοπό, θέλοντας κάπου να στηριχθεί και να ακουμπήσει, όπως ο Κύκλωπας αφού έχασε το μάτι του και εκινείτο σπασμωδικώς. Ο Αλέξανδρος είχε πει κάποτε στον Ηφαιστίωνα, προβλέποντας όλα αυτά "ποιό θα ήταν το κατόρθωμά σου και ποιά η δύναμίς σου, εάν δεν είχες τον Αλέξανδρο;".

Ο Πλούταρχος εδώ προκαλεί την Τύχη, λέγοντάς της "κάνε αν μπορείς κάποιον μεγάλο βασιλιά, εάν δεν είναι γενναιόδωρος, εάν δεν εκτίθεται σε κινδύνους, εάν δεν τιμά τους φίλους του, αν δεν ελεεί τους αιχμαλώτους, εάν δεν είναι σώφρων εις τας ηδονάς, εάν στις νίκες του είναι αμείλικτος και στα κατορθώματά του βάρβαρος". Η εκτίμηση λοιπόν εξαρτάται όχι από την απόκτηση αγαθών, αλλά από την χρήση αυτών. Κάποιοι τον κατηγόρησαν ότι αγαπάει πολύ το κρασί και μεθάει, αυτός όμως ήταν μέγας και νηφάλιος εν τω μέσω του όγκου τόσων υποθέσεων, δεν μέθυσε από την εξουσία και δεν έκανε κατάχρηση της δύναμής του, από την οποία αν άλλοι ελάμβαναν μικρό μέρος θα παραφέρονταν και δεν θα ήταν σε θέση να παραμείνουν νηφάλιοι. Κατονομάζει βασιλείς όπως ο Κλείτος, ο Δημήτριος, ο Λυσίμαχος, ο Κλέαρχος, που είχαν μεγάλη ιδέα για τον εαυτό τους, λέγανε οτι είναι υιοί θεών, αυτοανακυρήσσονταν Ευεργέτες, Μεγάλοι και Σωτήρες. Περνούσαν τον καιρό τους με γυναίκες ενώ ο Αλέξανδρος είχε μεγάλο σεβασμό για αυτές, ακόμη και για την γυναίκα του εχθρού του, του Δαρείου την οποία αφού πέθανε την έθαψε με βασιλικές τιμές και την θρήνησε σαν δικό του άνθρωπο.

Ο Δαρείος κάποτε λοιπόν είχε πει "όπως φαίνεται, καθόλου απελπιστική δεν είναι η θέση των Περσών, αφού ηττηθήκαμε μονάχα από τέτοιον εχθρό και κανένας δεν μπορεί να μας πει δειλούς και άνανδρους. Και αν, Θεοί, είναι να χάσω, ας μην κάτσει κανένας άλλος στον θρόνο του Κύρου, πέρα από τον Αλέξανδρο".
Θα κουραστεί, λέει ο Πλούταρχος κάποιος, αν απαριθμήσει όλα αυτά με τα οποία αποδεικνύεται το γεγονός ότι ο Βασιλιάς έκανε ωραιώτατη και βασιλικώτατη χρήση της εξουσίας. Λέει λοιπόν ότι πολλοί βασιλείς απέκτησαν εξουσία κατά τύχη, χωρίς να την αξίζουν και χωρίς να έχουν έστω και ένα τραύμα αποκτηθέν σε μάχη, όπως ο Δαρείος, όπως ο Ξέρξης, όπως ο Αίγων στην Σπάρτη ο οποίος έγινε βασιλιάς μετά από χρησμό, όπως ο κηπουρός Αβδαλώνυμος στον οποίον έδωσε την εξουσία ο Αλέξανδρος. Αυτός όμως για να αναγνωριστεί ως Βασιλιάς και κοσμοκράτορας πέρασε πολλές κακουχίες, πείνα, στέρηση, κούραση, ασθένειες, πληγές και τραύματα, τα οποία έφερε σε όλο του το σώμα, απόδειξή του ότι δεν τον ευνόησε η Τύχη. Απαριθμεί μετά τις περιπτώσεις κατά τις οποίες τραυματίστηκε σοβαρά, αλλά κατάφερε να επιβιώσει.

"Εύγ', ώ Τύχη, τον Αλέξανδρον αύξεις και μέγαν ποιείς, διορύττουσα πανταχόθεν, υπερείπουσα, παν μέρος ανοίγουσα του σώματος", μας λέει ο Πλούταρχος. Ειρωνικά συμπληρώνει ότι λίγο έλειψε εξαιτίας της Τύχης του ο Αλέξανδρος να πάψει να θεωρείται υιός του Δία, γιατί ποιός άλλος έλκων την καταγωγή του εκ των θεών, έφερε εις πέρας τόσο μεγάλες δοκιμασίες, πέρα του Ηρακλή; Και ο Ηρακλής τα πέρασε όλα εξαιτίας μοχθηρού ανθρώπου, ενώ στον Αλέξανδρο, του επέβαλε η αρετή του τον βασιλικό και θείο αγώνα.
Οι ξένοι λοιπόν έλεγαν ότι ο δικός τους ήταν πλούσιος βασιλιάς, ενώ ο Αλέξανδρος, αληθινός βασιλιάς. Σε ποιές ελπίδες λοιπόν στηριζόμενος ο Αλέξανδρος διέβει την Ασία; Ούτε στα στρατεύματα τα πολυάριθμα, ούτε στον στόλο στηριζόμενος, αλλά στην ευσέβεια προς τους θεούς, στην εμπιστοσύνη στους φίλους, στην απλότητα και στην εγκράτεια και σε άλλες αρετές στηριζόμενος. Είχε την μεγαλοψυχία του Κύρου, την σωφροσύνη του Αγησιλάου, την σύνεση του Θεμιστοκλή, την πείρα του Φιλλίπου και τις πολιτικές ικανότητες του Περικλή. Ήταν πιο σώφρων από τον Αγαμέμνωνα, πιο μεγαλόψυχος από τον Αχιλλέα, γιατί σεβάστηκε το πτώμα του εχθρού του Δαρείου και πιο αγαπητός από τον Οδυσσέα, γιατί ακόμη και η μητέρα του εχθρού του πέθανε από στεναχώρια όταν πέθανε και αυτός.
Εάν λοιπόν ο Σόλωνας τυχαία την Αθηναϊκή πολιτεία τακτοποίησε, ο Μιλτιάδης τυχαία έγινε στρατηγός, ο Αριστείδης τυχαία έγινε Δίκαιος, τότε η Αρετή δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια κενή λέξη, η οποία αδίκως διαφημίζεται στην ζωή των ανθρώπων και την οποία έπλασαν οι Σοφιστές και οι Νομοθέτες. Οι πληγές του και τα τραύματα ήσαν αναρίθμητα και οι συμπολεμιστές του πολλές φορές δεν μπορούσαν να τον προστατεύσουν γιατί αυτός χωρίς συναίσθηση του κινδύνου ορμούσε στην μάχη χωρίς προφυλάξεις ή τακτική. Κάποτε, τραυματισμένος σοβαρά από βέλος στο στήθος, προσπαθούσε να το βγάλει μόνος του, γιατί οι δικοί του φοβόταν ότι θα τον πονούσαν και δεν του το έβγαζαν. Άλλους τους κορόιδευε γιατί έκλαιγαν λόγω της σοβαρότητος του τραύματος και άλλους τους έλεγε λιποτάκτες, διότι δεν είχαν το θάρρος να τον βοηθήσουν και φώναζε προς αυτούς "Κανείς ας μην είναι δειλός περί εμού, διότι εάν εσείς φοβάσθε τον θάνατόν μου, δεν γίνομαι πιστευτός ότι και εγώ δεν φοβάμαι τον θάνατο".

(Η περίληψη έγινε βασιζόμενη στην μετάφραση του λόγου του Πλουτάρχου από τους Π. ΡΩΤΑ και Α.ΚΑΤΣΟΥΡΟ, Εκδόσεις Ε.& Μ. Ζαχαροπούλου, Ε.Π.Ε.)

Σχόλια

Η ανάγνωση των χαρισμάτων και των ικανοτήτων του Αλεξάνδρου, μας αφήνει μια επίγευση γλυκιά και πικρή μαζί. Πόσο τυχερός θα ήταν κάποιος που τον γνώρισε...
Και είναι και η Γοργόνα που στοιχειώνει τις σκέψεις μας. Η Γοργόνα που ρωτάει αν ζει ο Βασιλιάς...

Θεωρώ λοιπόν ότι ζει. Ζει μέσα στις ψυχές αυτών που νιώθουν την Ελληνικότητα στο πετσί τους, σ' αυτούς που ξεχωρίζουν τους Έλληνες από τους βαρβάρους, όχι από το που γεννήθηκαν ή μεγάλωσαν ούτε από το τι γλώσσα ομιλούν. Όχι από το τι λένε ότι είναι οι ίδιοι, ούτε από την μόρφωση και την παιδεία που έχουν δεχθεί. Αλλά από τον τρόπο που πράττουν και ζούν, από την αρετή και την ανδρεία, απο την μεγαλοψυχία και το φιλότιμο, αλλά ταυτόχρονα από την αποφασιστικότητα και την τόλμη, από το θάρρος και το αίσθημα της δικαιοσύνης, από τον σεβασμό απέναντι σε κάθε μορφή ζωής και σε κάθε άνθρωπο, όσο απαίδευτος και αμόρφωτος μπορεί αυτός να είναι. Ζει μέσα στις ψυχές αυτών που ονειρεύονται έναν κόσμο Δικαιοσύνης και αρετής, στον οποίο όλα τα έθνη θα συνενώνονται κάτω από το ίδιο Φως, το Φως που μόνο ο Ελληνισμός φέρει. Η Γοργόνα ρωτάει αν ζει ο βασιλιάς, απλά γιατί ψάχνει στις ψυχές των ζώντων το Φως που κουβαλούσε ο Βασιλιάς στην ψυχή του. Ρωτάει με παράπονο να μάθει, αν έστω και λίγο από αυτό το Φως που προσπαθούσε να μεταδώσει ο Μέγας, έχει μείνει μέσα μας. Μπορεί και τώρα όπως και τότε, το σκοτάδι να είναι τόσο βαθύ, που να μην διαφαίνεται ελπίδα σωτηρίας, αλλά όσο πιο βαθύ είναι το σκοτάδι, τόσο πιο λίγο φώς χρειάζεται για να ξεχωρίσει μέσα σε αυτό.

Ο Βασιλιάς ζει ή έστω πρέπει να ζει. Αλλιώς πως εξηγείται η ντροπή με την οποία αναγιγνώσκουμε για τις αρετές του; Αν δεν γνωρίζαμε ότι αυτές οι αρετές υπάρχουν κάπου μέσα μας και απλά τις έχουμε ξεχάσει ή τις αγνοούμε, δεν θα νιώθαμε ντροπή. Και η ντροπή, είναι κάτι. Γιατί αποδεικνύει ότι έχουμε τουλάχιστον φιλότιμο. Ο Βασιλιάς ζει. Και αν δεν ζει, θα τον αναστήσουμε, πιστεύοντας στο Φως και σε όλα αυτά στα οποία πίστευε αυτός. Και ο Βασιλιάς σαν Ήλιος λαμπερός θα ανατείλλει ξανά.
Είχε πει κάποτε κάποιος ότι ακόμα και αν δεν υπήρχε Θεός, θα τον δημιουργούσαμε, θα τον δημιουργούσε η ανάγκη μας να πιστεύουμε σε Αυτόν. Κάπως έτσι είναι και ο Απόλυτος Βασιλιάς. Ακόμα και αν δεν υπάρχει, θα τον δημιουργήσει η ανάγκη μας να πιστέψουμε σε κάποιον, που θα πάρει τα όνειρά μας και θα τα κάνει αλήθεια, κάποιον που θα ενσαρκωθεί σε αυτόν ο Ελληνισμός και θα αποκτήσει ζωή και φωνή.
Οι Έλληνες θεωρώ, έχουν ανάγκη κάτι τέτοιο για να ξυπνήσουν από την Λήθη.

Είναι πάντως τρομακτικό. Δυο χιλιάδες τριακόσια χρόνια και κάτι από τον θάνατό του και ακόμη μιλάμε για αυτόν. Ο Βασιλιάς όχι απλά ζει, αλλά δεν πέθανε ποτέ.


ΔΗΜΟΘΟΙΝΙΑ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Νεότερες Αναρτήσεις Επόμενη σελίδα